Κυριακή, 4 Μαρτίου 2018

Για τον διαγωνισμό PISA. Ένα σύντομο σχόλιο.





του Γιώργου Καλημερίδη
Μέσα στον Μάρτη, με απόφαση του υπουργείου Παιδείας 268 σχολεία από όλη την Ελλάδα και περίπου 7.000 μαθητές πρόκειται να συμμετάσχουν, για ακόμη μια φορά, στο διαγωνισμό PISA του ΟΟΣΑ. Ο διαγωνισμός πραγματοποιείται κάθε τρία χρόνια και αφορά την εξέταση 15χρονων μαθητών σε παγκόσμιο επίπεδο στη γλώσσα, στα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες . Με βάση τον συγκεκριμένο διαγωνισμό διαμορφώνονται, στη συνέχεια, συγκεκριμένες λίστες ιεραρχικής κατάταξης των εθνικών εκπαιδευτικών συστημάτων και προωθούνται συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής μεταρρύθμισής τους .
Καμιά χώρα δεν μένει ανεπηρέαστη από τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού του ΟΟΣΑ. Στην πράξη, σχεδόν όλα τα εκπαιδευτικά συστήματα αποτυγχάνουν τελικά στον διαγωνισμό, ακόμη και αυτά που βρίσκονται στην κορυφή της λίστας, για τον απλό λόγο ότι δεν έχουν αυξήσει επαρκώς τις επιδόσεις τους σε σχέση με τον προηγούμενο διαγωνισμό. Ο διαγωνισμός κατασκευάζει μια πραγματικότητα μόνιμης ανεπάρκειας των εθνικών εκπαιδευτικών συστημάτων, που καθιστά αναγκαία την ανάληψη νέων μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών, με βάση τη γνωστή εκπαιδευτική εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ.

Η φαινομενική αντικειμενικότητα του διαγωνισμού, η πολλαπλότητα των ποσοτικών δεδομένων που παρέχει, η επίπλαστη παιδαγωγική του ουδετερότητα, μαζί με τη μαζική διάδοση των αποτελεσμάτων του από τα ΜΜΕ κάθε χώρας, διαμορφώνουν συγκεκριμένες, ταξικά προσδιορισμένες, προτεραιότητες για την αναδιάρθρωση / μεταρρύθμιση των εκπαιδευτικών συστημάτων. Υπό μία έννοια, ο PISA του ΟΟΣΑ αποτελεί έναν από τους βασικούς μηχανισμούς για την αναδιάρθρωση του δημόσιου σχολείου, της δομής και των αναλυτικών του προγραμμάτων σε διεθνές επίπεδο. Μολονότι, υπάρχουν σοβαρές αντιρρήσεις από την επιστημονική κοινότητα για το αυταπόδεικτο των συμπερασμάτων του, την παιδαγωγική λογική και το περιεχόμενο του διαγωνισμού, ακόμη και την τεχνολογία επεξεργασίας των στατιστικών του δεδομένων, το κύρος του θεωρείται σχεδόν αναμφισβήτητο (1).
Είναι σίγουρο ότι τα αποτελέσματά του, ειδικά για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα , θα αξιοποιηθούν προς συγκεκριμένες πολιτικές προτεραιότητες: αξιολόγηση σχολικών μονάδων και εκπαιδευτικών, τυποποίηση, ανάπτυξη σχολικών αγορών. Οι εκθέσεις του ΟΟΣΑ του 2011 και 2017 για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα συγκλίνουν και συνηγορούν προς αυτή την εκτίμηση. Η αναμενόμενη έκθεση του 2018, κατά πάσα πιθανότητα, θα επιβεβαιώσει , αυτή την επιχειρηματολογία.
Κατά τη γνώμη μας, ο διαγωνισμός PISA :
α) Επιχειρεί διαμέσου του θετικισμού της λεγόμενης “δεδομενοποίησης” (datafication) της εκπαιδευτικής πολιτικής (2), ιδιαίτερα για την Ελλάδα, όπου οι προτάσεις του ΟΟΣΑ, αποτελούν προαπαιτούμενα της μνημονιακής διαχείρισης, να νομιμοποιήσει τη νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση του εκπαιδευτικού συστήματος. Πιο συγκεκριμένα, σύνδεση του σχολείου με το πρόγραμμα της δημοσιονομικής προσαρμογής και των αντιλαϊκών πλεονασματικών προϋπολογισμών (συγχωνεύσεις – καταργήσεις σχολείων και πανεπιστημιακών τμημάτων, περικοπές στις προσλήψεις εκπαιδευτικού προσωπικού), σχολική αυτονομία και εντατικοποίηση του ιεραρχικού πειθαρχικού ελέγχου μαθητών και εκπαιδευτικών. Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνουμε ότι η παιδαγωγική λογική του ΟΟΣΑ και οι λίστες ταξινόμησης του δεν είναι ουδέτερες, αλλά πολιτικά και ταξικά καθορισμένες.
β) Η παιδαγωγική και το αναλυτικό πρόγραμμα του ΟΟΣΑ διαμορφώνονται αποκλειστικά από τη θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου. Ο ΟΟΣΑ επιχειρεί να επιβάλλει την πλήρη προσαρμογή της εκπαίδευσης στις ανάγκες του καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας, με στόχο την ανάπτυξη των αναγκαίων δεξιοτήτων για την κινητικότητα της εργασίας σε ένα τοπίο ευέλικτων, επισφαλών και εκμεταλλευτικών εργασιακών σχέσεων. Το εκπαιδευτικό πρότυπο που μετρά και ποσοτικοποιεί, σε καμιά περίπτωση, δεν ανταποκρίνεται στις μορφωτικές ανάγκες της μεγάλης πλειοψηφίας της νέας γενιάς του τόπου μας.
γ) Ο ΟΟΣΑ περιορίζει τη μόρφωση της νέας γενιάς αποκλειστικά στο πεδίο των χρήσιμων – καπιταλιστικά- εργασιακών δεξιοτήτων. Με αυτό τον τρόπο, περιθωριοποιεί τα ζητήματα της ολόπλευρης μόρφωσης των παιδιών, του κριτικού γραμματισμού, της αναγκαίας καλλιέργειας των αξιών της αλληλεγγύης, της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Το εκπαιδευτικό του όραμα, είναι τελικά αυτοαναφορικό και προσδιορίζεται από την ανάγκη ανάπτυξης μιας ανταγωνιστικής καπιταλιστικής οικονομίας της πλήρους εργατικής υποταγής. Οι έννοιες της εργατικής χειραφέτησης, των συλλογικών αγαθών, της ανάπτυξης ολόπλευρων προσωπικοτήτων και δημοκρατικών πολιτών είναι όχι μόνο ξένες αλλά και εχθρικές για τον εκπαιδευτικό σχέδιο ΟΟΣΑ.
δ) Όπως ξέρουμε από την κοινωνιολογία της εκπαίδευσης, η σχολική γνώση ποτέ δεν είναι ουδέτερη και το αναλυτικό πρόγραμμα αποτελεί πάντα μια κοινωνική επιλογή σύμφυτη με συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα. Αυτό που μετρά ο ΟΟΣΑ, είναι αυτό που έχει επιλέξει εξαρχής ως εκπαιδευτικά επιθυμητό στη βάση των πολύ συγκεκριμένων πολιτικών του επιλογών. Πρόκειται για την αυτοεπιβεβαίωση προειλημμένων ήδη αποφάσεων, σε επίπεδο μεθοδολογίας, εκπαιδευτικού περιεχομένου και διάρθρωσης των εξεταστικών του δοκιμασιών. Δεν είναι τα αντικειμενικά δεδομένα που καθορίζουν την εκπαιδευτική πολιτική και τη νομιμοποιούν στη βάση μιας ουδέτερης επιστημονικής μεθόδου και αποδεκτών μορφών εκπαιδευτικής έρευνας, αλλά είναι αντίθετα η εκπαιδευτική πολιτική που καθορίζει ποια δεδομένα, ποιες δεξιότητες, τι μετράμε, πώς το μετράμε και άρα σε ποια συμπεράσματα καταλήγουμε κλπ.
ε) Η εκπαίδευση και η μόρφωση δεν είναι ζητήματα διαγωνισμού, εξετάσεων, κατάταξης και βαθμολογικής θέσης. Είναι κυρίως μια ανθρώπινη σχέση, κοινωνικά διαμεσολαβημένη, η οποία δεν τυποποιείται, δεν ποσοτικοποιείται (ή όταν αυτό συμβαίνει τότε το εκπαιδευτικό κόστος για τη μόρφωση των παιδιών είναι μεγάλο) (3). Η εκπαίδευση είναι μια κοινωνική, πολιτισμική διαδικασία πάντα ανοικτή με επιθυμητό ορίζοντα τον αυτοκαθορισμό, τη δημοκρατία και τη συλλογική αυτενέργεια και δράση. Εκτιμούμε ότι το πρόβλημα δεν είναι η απόσταση σχολείου και αγοράς εργασίας, αλλά η καταστροφική τάση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής απέναντι στις μοναδικές δυνατότητες του σημερινού συλλογικού εργαζόμενου. Σήμερα, υπάρχουν όλες οι δυνατότητες για ένα μέλλον πιο δημοκρατικό και πιο δίκαιο. Ο ΟΟΣΑ, από αυτή την άποψη, υπηρετεί το χθες των κοινωνικο-εκπαιδευτικών ανισοτήτων. Η εκπαίδευση οφείλει, ωστόσο, να υπηρετεί το μέλλον της συλλογικής χειραφέτησης. Ο PISA μας υποδεικνύει μάλλον τι πρέπει να αποφύγουμε, παρά τι πρέπει να επιλέξουμε.
στ) Τέλος, για να συζητήσουμε σοβαρά για την εκπαιδευτική σημασία του ΟΟΣΑ και του διαγωνισμού του πρέπει πρώτα και κύρια να καθορίσουμε και να συζητήσουμε ανοικτά για τους στόχους του ελληνικού σχολείου. Εδώ το υπουργείο παραμένει σιωπηλό. Συμμετέχουμε στους διεθνείς οργανισμούς, αλλά γιατί; Ποιο εκπαιδευτικό πρόγραμμα υπηρετείται και προς όφελος ποιων; Αν προτεραιότητα του εκπαιδευτικού μας συστήματος είναι η κερδοφορία του κεφαλαίου και η ομαλή ένταξη του μελλοντικού εργατικού δυναμικού στις ανάγκες του καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας, ο διαγωνισμός PISA πιθανά να είναι ένα χρήσιμο μεθοδολογικό εργαλείο για την εξαγωγή συμπερασμάτων, σε σχέση με τις λεγόμενες «οικονομίες της γνώσης». Έχουμε αντιρρήσεις και ως προς αυτό, καθώς, όπως υποδεικνύουν πολλές μελέτες, ο καπιταλισμός συνεχίζει να δημιουργεί κυρίως εργασίες χαμηλών δεξιοτήτων, κατανοούμε όμως γενικά την αναγκαιότητα και τον προσανατολισμό (4). Αν χαράξουμε, ωστόσο, μια άλλη εκπαιδευτική πορεία, με ορίζοντες την κριτική συνειδητοποίηση, τη δημοκρατία και τον κοινωνικό μετασχηματισμό των άνισων και εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων των καπιταλιστικών κοινωνιών, ο ΟΟΣΑ μάλλον μας είναι απολύτως άχρηστος!
Για όλους τους παραπάνω λόγους, θεωρούμε ότι η Ελλάδα πρέπει να αποχωρήσει άμεσα από τον διαγωνισμό PISA και να πάψει να παρέχει οποιοδήποτε στοιχείο στη γραφειοκρατία του ΟΟΣΑ. Απέναντι στον διαγωνισμό οφείλουν να τοποθετηθούν άμεσα οι ομοσπονδίες των εκπαιδευτικών, καθώς η εναντίωση στον διαγωνισμό συνδέεται με την πάλη για το δημόσιο σχολείο. Ο διαγωνισμός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στα κρυφά, αποτελεί σημείο κομβικής αντιπαράθεσης στο πεδίο του σχολείου. Καλούμε τους/ τις συναδέλφους/ισσες να μην συναινέσουν στον διαγωνισμό. Η μόρφωση της νέας γενιάς είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για την αφήσουμε στον κύριο Schleicher και τους εγχώριους υπαλλήλους του!

Βιβλιογραφικές αναφορές

(1) Ενδεικτικά από την ελληνική βιβλιογραφία και μόνο, για τη συνολική λογική του PISA και του ΟΟΣΑ βλέπ. Μαυρογιώργος (2017), ΟΟΣΑ / ΡΙΖΑ και παγκόσμια διακυβέρνηση στην εκπαίδευση: Ένα αφήγημα από την πλευρά «της ουραγού» Ελλάδας. Περιοδ. Σελιδοδείκτης τεύχος 2, αντίστοιχα και το βιβλίο του ίδιου «Οίκοι Αξιολόγησης στην Εκπαίδευση» εκδ. Οσελότος.
Για την παιδαγωγική του ΟΟΣΑ Γρόλλιος Γ. (2018), Η παιδαγωγική των εκθέσεων ΟΟΣΑ. Περιοδ. Σελιδοδείκτης τευχ.3.
Για τα επιμέρους θεματικά αντικείμενα Ρίζος Γ. (2009) Στο δρόμο για τον ΡΙΖΑ: τα μαθηματικά στον Διεθνή Διαγωνισμό ΡΙΖΑ. εκδ. Μαυρίδη, αντίστοιχα Μαρίνης Σ. (2019), Ο ρόλος του ΡΙΖΑ στη μαθηματική εκπαίδευση. Περιοδικό Σελιδοδείκτης τευχ.3 και για τη γλώσσα Ρέππας Χ. (2018), Γλώσσα, κριτικός γραμματισμός και αγοραία κουλτούρα. Περιδ. Σελιδοδείκτης τεύχ. 3.
Χαρακτηριστική είναι επίσης η ανοικτή επιστολή που έχουν απευθύνει πανεπιστημιακοί από πολλές χώρες στον διευθυντή του προγράμματος Andreas Schleicher βλέπε «Σταματήστε τα τεστ ΡΙΖΑ μέχρι τη ριζική αναθεώρησή τους» Περιοδικό Εκπαιδευτική Λέσχη http://www.e-lesxi.gr/testpisa .
(2) O όρος συμπυκνώνει τη διεθνή τάση του εκπαιδευτικού νεοφιλελευθερισμού για διαρκή ποσοτικοποίηση, μέτρηση και σύγκριση των εκπαιδευτικών πρακτικών και συστημάτων.
(3) Για το ίδιο ζήτημα στη βάση μιας διαφορετικής θεωρητικής προβληματικής, βλέπε και Biesta G. (2013) The beautiful risk of Education. London: Routledge.
(4) Βλέπε Νico Hirtt (2010), Education in tpihe “Knowledge economy” consequences for democracy.
https://www.academia.edu/4254335/Education_in_the_knowledge_economy_consequences_ for_democracy


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου